Τρίτη 20 Αυγούστου 2013


ΓΩΓΟΥ ΚΑΤΕΡΙΙΝΑ by nikos

Παρασκευή 2 Αυγούστου 2013

Η περιπετεια ΤΟΥ ΜΑΡΞΙΣΜΟΥ του Β.ΡΑΦΑΗΛΙΔΗ.

Η ΔΥΣΚΟΛΙΑ ΤΗΣ ΣΤΡΑΤΕΥΣΗΣ
ο περίφημος "κοινός νους" είναι κοινός γιατί είναι ένας... στατιστικός νους! Πρόκειται δηλαδή για μια έννοια που δεν υπάρχει στην πραγματι-κότητα. Και που σχηματίζεται από ένα είδος υποθετικής άθροισης και ύστερα διαίρεσης: Αθροίζουμε το νου όλων των ανθρώπων ή μιας μεγάλης ομάδας ανθρώπων και, για να βρούμε το μέσο όρο νόησης και παιδείας διαιρούμε με τον αριθμό των ανθρώπων που μετείχαν στο... πείραμα! Αν είναι δυνατόν! Το πηλίκον που θα προκύψει, έτσι παλαβά, είναι αναγκα-στικά μια μαθηματική έννοια. Προήλθε δηλαδή από μετρήσεις και υπολο-γισμούς. Όμως, ο ζωντανός άνθρωπος δεν είναι νούμερο, ακόμα και στην περίπτωση που το επίπεδο της σκέψης του βρίσκεται κάτω απ' τον στα-τιστικό μέσο όρο που ορίζει ο "κοινός νους".
Όμως, η έννοια "κοινός νους" χρησιμοποιείται και με τρόπο όχι εμφα-νώς στατιστικό. Μ' αυτή τη δεύτερη εννοιολογική παραλλαγή, όταν λέμε "κοινός νους" εννοούμε το συνηθισμένο νου. Δηλαδή ένα μυαλό χωρίς ιδιαίτερη ευφυΐα και χωρίς αξιόλογη παιδεία. Μ' αυτή τη δεύτερη λοιπόν έννοια, που νομίζω πως είναι απόρροια της πρώτης (της στατιστικής), ανακύπτει μοιραία το δύσκολο ερώτημα: Πώς είναι δυνατό να πάει μπροστά ο κόσμος, όταν ο "κοινός νους", ακριβώς γιατί είναι κοινός, μπλοκάρει σταθερά μυαλά και ευαισθησίες που δεν είναι κοινά; Οι περίφημες "δημο-κρατικές διαδικασίες" έχουν σοβαρό νόημα μόνο στην περίπτωση που ο <(κοινός νους" δεν λειτουργεί με τη στατιστική έννοια (προσθέτουμε τις απόψεις και διαιρούμε δια των, ασχέτως περιεχομένου, κεφαλών που είχαν άποψη).
Άποψη μπορεί να 'χουν όλοι για όλα. Αλλά είναι φανερό πως δεν έχουν ίση αξία όλες οι απόψεις.
Όταν συνεπώς λέμε "ο τάδε εκφράζει την προσωπική του άποψη" δεν πρέπει να ξεχνούμε το ερώτημα: Ποιο είναι το πρόσωπο που έχει προσω-πική άποψη; Δηλαδή, ποια είναι η στάθμη της ευφυΐας του και της παιδείας του; Ποια είναι η ταξική του προέλευση, που θα "χρωματίσει" την προσω-πική του άποψη, που γι' αυτό το λόγο δεν είναι ολότελα προσωπική; Είναι και λίγο ταξική και συνεπώς κοινωνική.
Η ισοπεδωτική άποψη "όλοι είμαστε ίσοι", σ ' όλα ανεξαίρετα, δεν είναι μαρξιστική, είναι χριστιανική. Μόνο ο χριστιανισμός δέχεται πως όλοι οι .Ή.1 άνθρωποι, σαν "παιδιά του ίδιου πατέρα" (του θεού), δεν μπορεί παρά να είναι άδέρφια. Και επειδή ο χριστιανισμός ποτέ δεν έδωσε ιδιαίτερη ση-μασία ούτε στην ευφυΐα ούτε στην παιδεία, τελικά επιβλήθηκε με τον καιρό τόσο η στατιστική έννοια "κοινός νους", όσο και η δεύτερη μειωτική έννοια.
Όταν, λοιπόν, ο μαρξισμός μιλάει για ισότητα, εννοεί μόνο την οίκο- νομική ισότητα - και τίποτα περισσότερο. Όλες οι άλλες ανισότητες θα παραμείνουν. Με την ελπίδα, βέβαια, πως οι αλλαγμένες προς το ευνοϊκό-τερο για όλους συνθήκες θα κάνουν πιο άνετη τη ζωή των, απ' τη φύση τους, μειονεκτικών, κι ότι αυτοί θα βελτιώσουν την κατάστασή τους, μέχρι εκεί που το επιτρέπει η ίδια τους η φύση.
Το παραπάνω είναι ένα σύνθετο και πολύπλοκο θέμα, που ενδέχεται να δημιουργήσει παρεξηγήσεις, για το μόνο λόγο πως κανένας βλάκας δεν γνωρίζει πως είναι βλάκας (αν το γνώριζε θα ήταν έξυπνος) και κανένας απαίδευτος δεν είναι σε θέση να ξέρει πως το μαρτύριο του πεπαιδευμένου συνίσταται στο ότι αυτός γνωρίζει πως δεν υπάρχουν μάξιμουμ όρια στη γνώση, που είναι ατελεύτητη. Πιστεύει δηλαδή ο απαίδευτος πως το μά-ξιμουμ όριο της γνώσης είναι η δική του γνωστική ανεπάρκεια, ακόμα και για τα πράγματα για τα οποία η ανεπάρκεια του "κοινού νοός" είναι αυ-ταπόδεικτη.
Αυτό, λοιπόν, που δεν μπορεί να κάνει ο "κοινός νους" είναι κυρίως δύο πράγματα: Να συλλάβει την έννοια της ατέρμονης χρονικότητας και να δουλέψει αφαιρετικά. Το πρώτο "κουσούρι" δεν θα μας απασχολήσει εδώ, παρ' όλο που η εννοιολογική σύλληψη του ιστορικού χρόνου προϋποθέτει την εννοιολογική σύλληψη του ατέρμονα μαθηματικού χρόνου. (Η έννοια του χρονικού απείρου είναι πιο δύσκολη απ' την έννοια του χωρικού απείρου.) Όμως, η αδυναμία να σκεφτεί κανείς αφαιρετικά είναι μια σκέτη καταστροφή, όχι μόνο γι' αυτούς που δεν μπορούν να σκεφτούν αφαιρε-τικά αλλά και για τους άλλους που μπορούν και που σκοντάφτουν συνεχώς σ' αυτούς που δεν μπορούν.
Και ο Μαρξ, και ο Ένγκελς, και ο Λένιν δεν έπαψαν να τονίζουν πως τουλάχιστον οι κομουνιστές, πρέπει να μάθουν να σκέφτονται αφαιρετι-κά. Όμως, τι σημαίνει "σκέφτομαι αφαιρετικά"; Και σε τι μου χρειάζε-ται αυτό; Να ένα απλό παράδειγμα: Η λέξη δέντρο δεν είναι συγκεκριμέ-νη, είναι αφηρημένη. Η έννοιά της προκύπτει με αφαίρεση όλων των ειδικών γνωρισμάτων όλων των υπαρκτών δέντρων. Όταν, λοιπόν, λέω "δέντρο" δεν δικαιούμαι να φέρνω στο μυαλό μου κανένα συγκεκριμέ-νο δέντρο. Ή μάλλον, πρέπει να στοχάζομαι πάνω σ' όλα τα δέ-ντρα που υπάρχουν, όλα τα δέντρα που υπήρξαν και πλέον δεν υπάρ-314 χουν κι όλα τ ' άλλα που είναι δυνατό να υπάρξουν στο μέλλον.  (Σημειώνουμε, με την ευκαιρία, πως η λεγόμενη αφηρημένη τέχνη, που τόσο τη χλευάζει ο "κοινός νους", είναι αυτό ακριβώς: Μια προσπάθεια του ζίογράφου να αφαιρέσει από ένα συγκεκριμένο αντικείμενο όλα τα εύκολα (ίναγνωρίσιμα χαρακτηριστικά του και να τονίσει μόνο τα ουσιώδη ή αυτά που εκείνος νομίζει σαν τέτοια.)
Παρά ταύτα λοιπόν, ο καταστροφικός "κοινός νους", όταν φέρνει στο νου του την έννοια "δέντρο", αυτοπαραπέμπεται στο συγκεκριμένο δέντρο που γνωρίζει απ' το χωριό του ή απ' όπου αλλού.
Λυτό, για παράδειγμα, που ήταν στην αυλή του σπιτιού του και που σκαρφάλωνε πάνω του όταν ήταν μικρός κι απαίδευτος - λες και τώρα Γ.ίνίΐι πεπαιδευμένος έτσι που δεν μπορεί να εννοήσει πως επιτέλους το "δέντρο" είναι αφηρημένη έννοια, δηλαδή μια έννοια που δεν παραπέμπει πουθενά συγκεκριμένα και αναφέρεται σε μια ολότητα.
Μια παρανόηση σαν την παραπάνω, ωστόσο, δεν είναι και τόσο σοβαρή )Ί(ΐ το θέμα που μας απασχολεί. Όμως, τα πράγματα γίνονται σχεδόν ι μαγικά, όταν η αφαιρετική λειτουργία δεν είναι δυνατό να λειτουργήσει 1)1. κ(ί(ριας σημασίας κοινωνιολογικές έννοιες.
I Ία να καταλάβετε τι εννοώ, ρωτήστε κάποιον που σας έχει πει προη-/ουμένίος πως "οι κομουνιστές είναι τέρατα", γιατί είναι τέρατα. Για να ιιαι,.,. (ΐποστομώσει ο βλακέντιος, θα σας φέρει συγκεκριμένα παραδείγμα-1(1 κομουνιστών που γνώρισε, και που είναι δυνατόν να έχουν όντως κάποια II ρκιόμορφα, χαρακτηρολογικά και συμπεριφορικά γνωρίσματα. Μην ιιριιοπίίΟΓ.ίτε να τον πείσετε λέγοντάς του πως κομουνιστές δεν είναι μόνο πι Μΐ.ντ' έξι κομουνιστές που γνώρισε προσωπικά.
Κιη, κυρίως, παραιτηθείτε απ' την προσπάθεια να του δώσετε να κατα-Αι'ιβι ι π(ι)ς όταν λέμε "κομουνιστές" εννοούμε κομουνιστές Έλληνες, Γάλ-Απίιι,, Πορτογάλους, Κογκολέζους. Κι ακόμα κομουνιστές που πέθαναν IIIII ν II ηό εκατονταετίες και κομουνιστές που θα προκύψουν μετά εκατο-νιιιι ιΐιιν.
I ηΐι ι,Ινίίΐ (ΐδύνατον αυτού του χοντροκέφαλου να κάνει μια τέτοια αφαί-|ΐι ιιΐ| Και π(ί)ς να την κάνει άλλωστε, αφού κάθε φορά που λέει "τραπέζι" ΐ|ΐΓ|ΐνι ι (ΗΟ νου του το τραπέζι της δικής του τραπεζαρίας; Και κάθε φορά ικιυ λίι.ι "γυναίκα" προβάλλει μπροστά του το φάντασμα της δικής του ^"ι\Ί"(κιΐι,; ΊΙ η εικόνα αιιτής που βλέπει μπροστά του;
III ;ΐ|ΐΓ<)Ίΐΐ(τ(ΐ, όμιος, δεν είναι καθόλου καλύτερα και στην αντίθετη πλευ-|ΐι) Οικν ι',νιΐι; ("ρελής και απαίδευτος κομουνιστής λέει "καπιταλιστής" ΐ|ΐι'|ΐνι ι πιο νου Γου κατ" αρχήν το αφεντικό του, και στη συνέχεια όλα τα ι·ΐ|ΐι νιικΓι ι ΐ ι ι ι ι τον τιιλιιιπιόρηπαν. Και σταματάει κατά πάσα πιθανότητα τη διαδικασία της αφαίρεσης σ' αυτό το δεύτερο και εντελώς ανεπαρκές επί-πεδο. Τούτη η αφαιρετική του ανεπάρκεια, λοιπόν, είναι η αιτία που θα τον δυσκολέψει να καταλάβει πως ο "καπιταλισμός" είναι μια ιστορική έννοια.  Δηλαδή μια έννοια που εμφανίστηκε κάποτε, που εξελίχτηκε και δολοφο-νήθηκε και που ίσως εκλείψει με λίγη προσπάθεια από ανθρώπους που, κατ' αρχήν, έμαθαν να ξεχωρίζουν τον Καπιταλιστή απ' τον καπιταλιστή, δηλαδή τον καπιταλιστή ως έννοια αφηρημένη (γενικευμένη και ιστορική) και τον συγκεκριμένο καπιταλιστή κ.Α, που ενδέχεται να είναι κάθαρμα, αλλά ενδέχεται να είναι επίσης ένας χρυσός άνθρωπος (όχι μόνο κυριολε-κτικά).
Ένας καπιταλιστής δεν είναι κακός επειδή είναι παλιάνθρωπος (ενδέχε-ται να μην είναι) αλλά διότι, απλά και καθαρά, είναι καπιταλιστής. Δηλαδή ένας άνθρωπος που, σαν άτομο, εμπεριέχεται ήδη στην εξαιρετικά ευρεία έννοια "καπιταλιστής".
Αν λοιπόν κάποτε χρειαστεί να τον σκοτώσω (ο μη γένοιτο, που λέν') αυτός που θα με ενδιέφερε να σκοτώσω δεν είναι ο συγκεκριμένος, καλός ή κακός, άνθρωπος αλλά ο Καπιταλιστής.
Δυστυχώς, η αφηρημένη έννοια Καπιταλιστής καταμερίζεται στις θεω-ρητικά άπειρες συγκεκριμένες έννοιες "καπιταλιστές", κι αυτό περιπλέκει τα πράγματα. (Φαίνεται πως εδώ στην Ελλάδα μόνο η 17 Νοέμβρη είναι πλέον σε θέση να κάνει αυτούς τους όχι και τόσο δύσκολους διαχωρισμούς ανάμεσα στις συγκεκριμένες και τις αφηρημένες έννοιες.) Όμως τα πράγ-ματα περιπλέκονται μόνο στην περίπτωση που δεν μπορούμε να κάνουμε αφαιρέσεις.
Πρέπει να σημειωθεί πως η αφαίρεση είναι μια διεργασία λογική και όχι, βέβαια, ηθική. ΓΓ αυτό ακριβώς ο φόνος του Καπιταλιστή του παρα-δείγματος φαντάζει αποτρόπαιος στη συνείδηση του ηθικολόγου. Λέχτηκε άλλωστε πως ένας επαναστάτης μπορεί να σκοτώσει με δυο τρόπους: Σαν θύτης, και σαν χασάπης. Δυστυχώς πάρα πολύ συχνά οι κομουνιστές σκο-τώνουν και σαν χασάπηδες. Και μη μου πείτε: ποια η διαφορά αφού, είτε σαν θύτης είτε σαν χασάπης σκοτώνει κάποιος κάποιον, το αποτέλεσμα θα είναι το ίδιο τελικά; Γιατί θα αποδείξετε πως δεν μπορείτε να σκέφτεστε αφαιρετικά.
Η αφαιρετική σκέψη, όντως μια καθαρά νοητική διεργασία, και ως εκ τούτου τοποθετημένη αυτόματα "πέραν του καλού και του κακού", δεν είναι δυνατό να γίνει αντικείμενο σπέκουλας απ' τη μεριά των ηθικολόγων. Ο απόστολος Παύλος είχε δίκιο συνεπώς που αντικατέστησε τη λέξη συνεί-δηση με τη λέξη συναίσθηση. (Αυτός ο τελευταίος φιλοσοφικός όρος είναι δικός του, συνεπώς πριν απ' αυτόν δεν υπήρχε.) Είχε δίκιο, γιατί η συνεί-316 δηση ενέχει κάτι το τραγικό. Διότι έχουμε συνείδηση και των αποτρόπαιων πραγμάτων. Καθώς και της αναγκαιότητας τους. Αντίθετα, η συναίσθηση, που είναι ο τρόπος να καταλαβαίνει κανείς τα πράγματα διά του συναισθή-ματος και όχι διά της νοήσεως παραπέμπει αυτόματα είτε στην αγάπη είτε στον οίκτο, που είναι συναισθήματα.
Όμως, η Ιστορία δεν αποτελείται, δυστυχώς, από συναισθήματα. Η Ι-στορία αποτελείται από γεγονότα. Τα οποία μπορεί να είναι είτε μεγαλειώ-δη, είτε αποτρόπαια, είτε οτιδήποτε άλλο, τάξεως συναισθηματικής. Πά-ντως, καθ' εαυτά και δι' εαυτά, τα ιστορικά γεγονότα τοποθετούνται πέραν του καλού και του κακού, παρ' όλο που θα μπορούσαμε να τα προσεγγί-σουμε και με ηθικούς όρους - κι αυτό κάνουμε κατά κανόνα όταν αναμει-γνυόμαστε στο ιστορικό γίγνεσθαι. Ωστόσο, οι πράξεις καθ' εαυτές, άσχε-τοι απ' την ηθική μας πρόθεση, βρίσκονται πέραν του καλού και του κακού, "Γ.πέκεινα της ηθικής".
11 Ιστορία, μ' άλλα λόγια, δεν ηθικολογεί. Οι άνθρωποι είναι που ηθι-κολογούν. Επειδή όμως την Ιστορία την κάνουν άνθρωποι, είναι φυσικό να την αντιμετωπίζουμε και από μια σκοπιά ηθική. Αλλά πάντα εκ των υστέ-ρ(ΐ)ν. Γιατί, όταν περιπλεκόμαστε σ' ένα κοινωνικό γεγονός, που, ίσως αποδειχτεί ιστορικό, ίσως όχι, δεν έχουμε ιδέα πως οι πράξεις μας ενδέ-χι;τ(ΐι να έχουν καλές ή κακές, με την ηθική έννοια, συνέπειες.  Ο μαρξισμός δεν έδωσε και τόση σημασία σε τούτη την υπαρξιακή πλευρά του προβλήματος της στράτευσης, μια πλευρά που ανάγει τη στρά-η;υπη αε πρόβλημα τραγικό. Και η τραγικότητα του δύσκολου προβλήμα-ιιις της στράτευσης, της οποιαδήποτε στράτευσης, συνίσταται στην έλλο-γΐ| υίρι'ι της. Συνεπώς και στην εγγενή δυνατότητα που έχει ο ανθρώπινος ι.γΜ··|)(ΐλ()ς να κάνει αφαιρέσεις. Γιατί αν ο ανθρώπινος εγκέφαλος δεν μπ(ΐρι;( να κάνει αφαιρέσεις, δεν είναι ανθρώπινος εγκέφαλος ακριβώς, ι (ναι μίίλλον χριστιανικός εγκέφαλος! Και σαν τέτοιος, ανίκανος να δεχτεί κι λογικά κατηγορήματα, που είναι σκληρά απ' την ίδια τους τη φύση. Και μΐ| |ΐ(ΐυ πείτε: να καταργήσουμε τη λογική προκειμένου να φτάσουμε στην ιι/Γ(πΐ| δκί της χριστιανικής συναισθήσεως, διότι κάτι τέτοιο θα συνεπα-)'Γιιιιν ολική σχεδόν κατάργηση της νοήσεως. Αλλά η κατάργηση της νπΐ'ιοιιοις δεν οδηγεί μόνο στο καλό, όπως φαίνεται να πιστεύει ο απόστο-Α(ΐι, ΙΙι/ύλος, στηριγμένος προφανώς στο ευαγγελικό "μακάριοι οι πτωχοί ιιιι πνι.ύμίπι", Λιι')ΐι οι πτ(ΐ)χοί το) πνεύματι μπορεί να κάνουν και πράγματα που στους μΐ| ιικο/ούς κ" πνεύ(ΐ(ίτι να φοιίνονται τερατώδη και εντελώς αποτρόπαια.  Λΐ|Αιιδι'|, μπριΐι; βαθύ μπ πίσιι" ρ(';μ(ΐ, που λέμε. Ρ.ίτε καταργήσεις είτε δεν Μίκιρ/ήοι ΐ!, Γο νου, οι κίνδυνοι γκι μια ανήθικη κατάληξη της στράτευσης .Ή7 είναι οι ίδιοι. Από δω, λοιπόν, και η τραγικότητα της στράτευσης.  Η Οκτωβριανή Επανάσταση, σαν ένα προ πολλού τετελεσμένο γεγονός, δεν είναι δυνατόν να αντιμετωπιστεί πλέον ούτε νοησιαρχικά ούτε ηθικο-λογικά. Δεν μπορούμε δηλαδή να πούμε εκ των υστέρων πως ήταν παρά-λογη ή ανήθικη. Πάντως σίγουρα, τότε, αλλά μόνο τότε, ήταν λίγο κι απ' τα δύο: Παράλογη γιατί ο Λένιν έδινε στον εαυτό του πιθανότητες επιτυ-χίας 20% και ανήθικη διότι πέθαναν χιλιάδες άνθρωποι στη διάρκειά της, και απ' τις δύο πλευρές.
Και πολλοί απ' αυτούς είτε δεν διάλεξαν να πεθάνουν εκείνο τον καιρό σώνει και καλά, είτε εκτελέστηκαν εν ψυχρώ από ανθρώπους που πίστευαν πως είναι θύτες. Αν και δεν πρέπει να αποκλείεται και το σύνηθες γεγονός να εμφανίζονται συχνά και χασάπηδες δίπλα στους θύτες. (Αυτό ισχύει και για τις δύο πλευρές των αντιμαχομένων.)
Σήμερα πάντως, το κύριο, ας πούμε το "τρέχον φιλοσοφικό πρόβλημα" στην ΕΣΣΔ δεν είναι ηθικό. Η ηθική ποιότητα του σοσιαλισμού δεν αμ-φισβητείται παρά μόνο από ηλιθίους. (Η ηθική ποιότητα της επαναστατι-κής δράσης είναι κάτι πολύ διαφορετικό, όπως είδαμε. Και πρόβλημα πολύ δύσκολο.)
Ωστόσο, κι εκεί παραμένει άλυτο το πρόβλημα της δυνατότητας για αφαίρεση, όπως κι εδώ. Ο Στάλιν και ο Μπρέζνιεφ όταν έλεγαν "κομου-νιστής" εννοούσαν "δικός μας άνθρωπος". Δηλαδή γραφειοκράτης. Έτσι, το στοιχειώδες αίτημα του Μαρξ για ένα δυνάμωμα της αφαιρετικής ικα-νότητας του ανθρώπινου νου, έπεσε στη μαύρη τρύπα του δογματισμού και της στενοκεφαλιάς.
Είναι, λοιπόν, επείγουσα ανάγκη, η έννοια "κομουνιστής" να ξαναπάρει το εύρος που της έδωσε ο Μαρξ. Κι αν αυτό φαίνεται απλό και στοιχειώδες, η αποκατάσταση της διαλεκτικής, ωστόσο, δεν είναι ούτε απλή ούτε εύ-κολη υπόθεση.

Η ΔΥΣΚΟΛΙΑ Ν Α ΕΙΣΑΙ ΑΡΙΣΤΕΡΟΣ
ΟΝΤΑΣ ΚΟΜΟΥΝΙΣΤΗΣ

Αλλιώς χρησιμοποιούνται οι πολιτικοί όροι "Δεξιά" και "Αριστερά" στο αστικό κοινοβουλευτικό καθεστώς, αλλιώς στα ΚΚ που βρίσκονται στην εξουσία κι αλλιώς στα ΚΚ που δεν βρίσκονται στην εξουσία. Στο αστικό κοινοβουλευτικό καθεστώς, Δεξιά είναι τα συντηρητικά κόμματα εν γένει και Αριστερά τα προοδευτικά κόμματα εν γένει. Για τα ΚΚ που βρίσκονται στην εξουσία, Δεξιά δεν υπάρχει επισήμως και Αριστερά αυτοχαρακτηρί-ζεται η κομματική ομάδα που ελέγχει το Κόμμα σε μια δεδομένη περίοδο, παρ' ότι υπάρχουν και "φράξιες" που είναι αριστερότερες χωρίς ωστόσο να τους αναγνωρίζεται αυτός ο χαρακτηρισμός. Στα ΚΚ που δεν βρίσκο-νται στην εξουσία, τα πράγματα είναι πολύ πιο ενδιαφέροντα. Και μόνο απ' αυτά θα μπορούσαμε να καταλάβουμε τελικά τι σημαίνει "δεξιός αριστε-ρός", "αριστερός αριστερός" και "κεντρώος αριστερός".
Έτσι, λοιπόν, στη κομουνιστική-μαρξιστική πρακτική, όταν οι κομου-νιστές λένε "αριστερός", αναφερόμενοι σ' έναν επίσης κομουνιστή, εν-νοούν αυτόν που έχει μια κάποια δόση ιδεαλισμού, που τον αναγκάζει να κλίνει, περισσότερο ή λιγότερο, είτε προς τον προγενέστερο του μαρξι-σμού ουτοπικό σοσιαλισμό είτε προς το αναρχικό κίνημα, που κι αυτό προηγείται κατά πολύ χρονικά του κομουνισμού, αφού είναι περισσότερο μια ηθική και συναισθηματική διαχρονική κατάσταση, παρά μια έλλογη κ(ΐι απολύτως συνειδητή στράτευση. Δύο ακόμα βασικά γνωρίσματα του εντός της κομουνιστικής Αριστεράς αριστερού είναι το θάρρος και η ανυ-πομονησία.
Συνήθως οι κομουνιστές χαρακτηρίζουν τους δικούς τους αριστερούς υπεραριστερούς, προφανώς για να τους ξεχωρίζουν απ' τους "καθαρούς" αριστερούς, την καθαρότητα των οποίων, ωστόσο, ποτέ κανείς δεν κατά-(ρερι: να προσδιορίσει με ακρίβεια. (Δεν ξέρουμε τι είναι ο "καθαρός" α-ριστερός, για τον απλό λόγο πως η καθαρότητα είναι περισσότερο ένα ΐιίανικό παρά μια υπαρκτή κατάσταση.)
Οι υπεραριστεροί, με τον πλούσιο συναισθηματισμό και το περίσσειο (Ιάρρος, λέγονται (σήμερα) και "γκοσίστες" (αριστεριστές), και ο όρος αυ-ΐι'ις χρησιμοποιείται υποτιμητικά απ' τους "καθαρούς" κομουνιστές.  Ο (((>ιστερισμός, που τείνει ακατάσχετα προς τον αναρχισμό, έχει κάνει 133 μεγάλες ζημιές στο κομουνιστικό κίνημα, και δίκαια ο Λένιν τον χαρακτη-ρίζει "παιδική αρρώστια του κομουνισμού". Όμως, κανείς λογικός κομου-νιστής δεν θα μπορούσε να καταδικάσει, έτσι απερίσκεπτα, τους αριστερι-στές, για τον ίδιο λόγο που κανείς ενήλικος δεν θα μπορούσε να καταδι-κάσει ένα ζωηρό, ατίθασο και θαρραλέο έφηβο, πολύ περισσότερο όταν αυτός είναι έντιμος και ειλικρινής.
Οι αριστεριστές, λοιπόν, παρά τη βιασύνη τους που συχνά συνεπάγεται λάθη, που συνήθως έχουν δυσάρεστες συνέπειες για όλο το κομουνιστικό κίνημα, είναι πάντα χρήσιμοι, κυρίως κατά τις δύσκολες περιόδους, οπότε μια κάποια δόση απερισκεψίας και τρέλας είναι αναγκαία προκειμένου να μπορεί κανείς να μπαίνει ευκολότερα στη μάχη. Γιατί, δύσκολα διακινδυ-νεύει κάποιος τη ζωή του παρακινημένος μόνο απ' την ψυχρή λογική και την αίσθηση του χρέους απέναντι στην Ιστορία και στους συντρόφους του.  Βέβαια, μπορεί να μπει κανείς στη μάχη από χρέος και καθήκον, αλλά τέτοιοι μαχητές σίγουρα δεν είναι οι καλύτεροι. Οι καλύτεροι μαχητές είναι πάντα οι πληθωρικοί και ολίγον απερίσκεπτοι "αισθηματίες", οι πά-ντα έτοιμοι και να σκοτώσουν και να σκοτωθούν για τα ιδανικά τους.  Φυσικά, μια τέτοια κατάσταση, όντας συναισθηματική κατά κύριο λόγο, είναι πάντα και για όλους επικίνδυνη, αλλά μέσα στη μάχη κανείς δεν θα ζητούσε ψυχραιμία και λογική. Οι υπεραριστεροί, μ' άλλα λόγια, δεν δη-μιουργούν προβλήματα στο κομουνιστικό κίνημα κατά τη μάχη, εντελώς το αντίθετο μάλιστα, αλλά πριν και κυρίως μετά απ' αυτήν.  Είναι βέβαιο πως τα μέλη της 17 Νοέμβρη σε μας εδώ, σε μια επαναστα-τική περίοδο, θα βρίσκονταν στην πρώτη γραμμή του πυρός, ενώ πολλοί "γνήσιοι" αριστεροί θα την είχαν κοπανήσει κατά το δη λεγόμενον και δεν θα ήξεραν πού να κρυφτούν για να γλιτώσουν το τομάρι τους, προδίδοντας απροσχημάτιστα και τους συντρόφους και το Κόμμα, προκειμένου να σω-θούν. Όπως ο καλός καπετάνιος στη φουρτούνα φαίνεται, έτσι και ο καλός κομουνιστής στον ένοπλο αγώνα διακρίνεται, κι όχι στους διαδρόμους του Σπιτιού του Λαού στον Περισσό.
Βεβαίως, υπάρχουν και αριστεριστές του σαλονιού. Είναι αυτοί που κάθε βράδυ σχεδιάζουν δυο τρεις επαναστάσεις στο καφενείο, παρέα με άλλους "επαναστάτες" του καφενείου και έτσι ξαλαφρωμένοι πάνε όλοι για ύπνο, προκειμένου να σχεδιάσουν το επόμενο βράδυ άλλες πεντέξι επαναστάσεις.  Σ' αυτούς κυρίως εντοπίζει τον κίνδυνο ο Λένιν, όταν χαρακτηρίζει τον αριστερισμό σαν παιδική αρρώστια του κομουνισμού. Γιατί, όταν αυτοί οι φαφλατάδες υπερεπαναστάτες εισχωρήσουν στα ΚΚ μπορεί να κάνουν τε-ράστιες ζημιές, καθώς την καφενειακή αντίληψη περί επαναστάσεως θα τη μεταφέρουν τώρα και στο Κόμμα, με κίνδυνο να το παρασύρουν ίσως σε 1.^4 ηλίθιους τυχοδιωκτισμούς, τάξεως ψυχολογικής περισσότερο, και λιγότε-ρο ιστορικής και κοινωνικής.
Φυσικά, οι πρώτοι που θα φύγουν απ' το ΚΚ σε μια δύσκολη στιγμή είναι τούτοι οι ελαφρώς ψυχικά άρρωστοι μικροαστοί υπερεπαναστάστες, που αντιμετωπίζουν τα αριστερά κόμματα σαν τους καταλληλότερους χώ-ρους για την ψυχοθεραπεία τους. Διότι όντως, μια αριστερή ομάδα ή ένα αριστερό κόμμα μπορεί να λειτουργήσει και ψυχοθεραπευτικά. Αλλά είναι φανερό πως δεν είναι αυτός ο προορισμός τους, αν και η ψυχοθεραπευτική τους δυνατότητα δεν θα έπρεπε να υποτιμάται υπέρ το δέον: Είναι τόσοι πολλοί αυτοί που έχουν ανάγκη από ψυχοθεραπεία και δεν είναι σε θέση να πληρώσουν τον ψυχοθεραπευτή.
Αυτό που μόλις περιγράψαμε, λέγεται "αριστερή παρέκκλιση". Υπάρχει ωστόσο και μια "δεξιά παρέκκλιση". Σαν τέτοια, χαρακτηρίζουμε την τάση νοικοκυρέματος, τη ροπή προς την ηρεμία και τον εφησυχασμό που έχουν πάρα πολλοί κομουνιστές, που θα προτιμούσαν όλες οι κοινωνικές αλλαγές να γίνονται ειρηνικά, λες κι αυτό δεν θα το ήθελε κάθε λογικός άνθρωπος, λες και δεν ξέρουμε όλοι πως η επαναστατική βία, όταν την εύχεται κανείς άκριτα και την επιδιώκει πάση θυσία, δεν είναι παρά μια διαστροφή.  Κανείς επαναστάτης δεν παίρνει τα όπλα και δεν καταφεύγει στη βία από αγάπη στα αίματα. Κι αν χρειαστεί να σκοτώσει, το κάνει (πρέπει να το κάνει) σαν θύτης και όχι σαν χασάπης, και μετά οφείλει να κλάψει πάνω (ΐπ' το πτώμα του θύματός του. Ο επαναστάτης είναι ένα τραγικό πρόσωπο, δεν είναι ένας αλήτης.
Η εντός της Αριστεράς "Δεξιά", λοιπόν, έχει την ακατάσχετη τάση να μισεί τη βία με τρόπο τυπικά χριστιανικό, και ίσα ίσα για να δίνει στην κυρίως ειπείν Δεξιά την ευκαιρία να ασκεί αυτή τη διαρκή, δική της βία, που επειδή είναι "διακριτική" τώρα πια, δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει.  Οι δεξιοί κομουνιστές προσέτι, έχουν την τάση να τείνουν περισσότερο προς την εξουσία παρά προς την κοινωνική αλλαγή. Τους ενδιαφέρει δη-λαδή περισσότερο να αναρριχηθούν στην κυβερνώσα εξουσία με ειρηνικά μέσα (η περίπτωση Αλιέντε είναι πολύ διδακτική) διότι οι αστοί θα τους κόψουν τα ποδάρια μόλις το κρίνουν σκόπιμο, βουρλίζονται μέσα στο αστικό Κοινοβούλιο που οι αστοί το έφκιαξαν αποκλειστικά για δική τους χρήση. Κι έτσι σιγά σιγά εγκαθίσταται εκείνη η ιδιάζουσα σχιζοφρένια του μονίμως αντιπολιτευόμενου κομουνιστή, που εύχεται ίσως να μείνει για π(ίντα αντιπολιτευόμενος, γιατί μόνο στην αντιπολίτευση έχει κανείς την ευχέρεια να γκρινιάζει συνεχώς και εκ του ασφαλούς.  ϋν(ί), λοιπόν, οι "δεξιοί" κομουνιστές ονειρεύονται την κυρίως ειπείν ι;ξ()υσί(ΐ, εξουσία πάντως δεν βλέπουν, ούτε υπάρχει περίπτωση να δουν στο 135 προσεχές μέλλον. Ο καπιταλισμός ποτέ και σε καμιά περίπτωση δεν πα-ρέδωσε την εξουσία αμαχητί για πάντα...
Κατά τα άλλα, οι "δεξιοί" κομουνιστές είναι υπέρ της πολιτικής αποτε-λεσματικότητας και της πολιτικής σκοπιμότητας και πιστεύουν κι αυτοί πως "η πολιτική είναι η τέχνη του εφικτού". Εντάξει. Όμως ποιου εφικτού;
Το όντως εφικτό για τους "δεξιούς" κομουνιστές είναι η καταδίκη να πα-ραμείνουν αιωνίως αντιπολίτευση - κι αυτό μόνο κατά παραχώρηση των αστών.
Γιατί οι αστοί τραβούν όταν το κρίνουν σκόπιμο μια δικτατοριούλα και επαναφέρουν τους κομουνιστές στην αστική τάξη, για να τους νομιμοποιή-σουν ίσως αργότερα, γιατί έτσι αποφάσισαν αυτοί, γιατί έτσι συμφέρει σ' αυτούς, κι όχι γιατί θα ήθελαν να δουν τους κομουνιστές ν ' αυξάνονται και να πληθύνονται με ειρηνικούς τρόπους. Ας το καταλάβουμε επιτέλους:
Τα κομουνιστικά κόμματα στη Δύση, χάνοντας την επαναστατική τους προοπτική έχασαν και τη δυνατότητα να απειλούν το αστικό καθεστώς.  Το μόνο που μπορούν να κάνουν πλέον με ειρηνικούς τρόπους είναι να λειτουργούν σαν λόμπι (σαν ομάδες πιέσεως) πράγμα, βέβαια, εξαιρετικά χρήσιμο προκειμένου ο εργαζόμενος να βελτιώσει τις αποδοχές του. Όμως ο ιστορικός ρόλος των κομουνιστικών κομμάτων δεν είναι η βελτίωση των μισθών (αυτό είναι καθήκον των συνδικάτων), αλλά η αλλαγή του κοινω-νικού συστήματος.
Αν, λοιπόν, οι αντικειμενικές δυσκολίες των πρώτων χρόνων της Ρωσι-κής Επανάστασης δημιούργησαν μια σειρά από στρεβλώσεις του μαρξι-σμού, συγγνωστές και κατανοητές, αν ακόμα η άσκηση της εξουσίας απ' τα ανατολικά ΚΚ δημιουργεί μια δεύτερη σειρά στρεβλώσεων, που κι αυτές έχουν την (παράλογη) λογική τους, οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν τα δυτικά ΚΚ είναι τάξεως εντελώς διαφορετικής, και προέρχονται απ' την ανθεκτικότητα του καπιταλισμού, που δεν λέει να πεθάνει φυσιολογικά ώστε να τον θάψουμε με τιμές και δημοσία δαπάνη.
Είναι απίστευτα μεγάλη η "κρυφή γοητεία της μπουρζουαζίας". Και έ-γκειται αυτή η γοητεία στην αίσθηση του τζόγου που εγκατέστησε στα πάντα ο καπιταλισμός: Ο ένας στους χίλιους όντως κερδίζει. Αλλά μπορεί κανείς να στηρίξει μια κοινωνία στον τζόγο και στο λαχείο; Μπορεί, λένε οι θεωρητικοί του καπιταλισμού. Αρκεί να μη φερόμαστε υπέρ το δέον συναισθηματικά στους χαμένους και να τους εγκαταλείπουμε χωρίς κλαυθ-μηρισμούς στην κακή τους τύχη, φροντίζοντας να τους πετούμε από δίπλα κι έναν παρηγορητή θεό, για να μην απελπίζονται υπέρ το δέον και να μην αυτοκτονούν. Γιατί αν λείψουν οι άνεργοι, θα εξαφανιστεί αυτόματα ο καπιταλισμός.
1.^6
Είναι αδύνατο να ελεγχθεί η "αγορά εργασίας" αν, απ' τον εργαζόμενο, λείψει η απειλή της ανεργίας. Και είναι αδύνατο να διαμορφωθούν τα μεροκάματα σε τιμές συμφέρουσες για τον εργοδότη, αν δεν έχει τη δυνα-τότητα να απολύει και να προσλαμβάνει κατά το συμφέρον του, ανεβοκα-τεβάζοντας την τιμή του πιο δύσχρηστου εμπορεύματος που είναι η εργα-τική δύναμη.
Δύσκολοι, λοιπόν, οι καιροί για τους κομουνιστές, σ' Ανατολή και Δύση. Παρά ταύτα, οι κοινωνικοί νόμοι του μαρξισμού λειτουργούν πάντα εντός της καπιταλιστικής κοινωνίας, και τη διαφοροποιούν συνεχώς. Αυτό που ατόνησε στις μέρες μας δεν είναι ο μαρξισμός, είναι ο κομουνισμός.  Και τούτο, εξαιτίας κυρίως της ανθεκτικότητας του καπιταλισμού, που δεν έφτασε ακόμα στα τελευταία του, όπως πίστευαν οι κομουνιστές αμέσως μετά τη λήξη του Β' Παγκόσμιου Πόλεμου. Κι αφού αντικειμενικά δεν έχουμε τη δυνατότητα να ανατρέψουμε άμεσα τον καπιταλισμό, ας τον παρενοχλούμε τουλάχιστον όσο μπορούμε, και εντός του δικού του Κοι-νοβουλίου και εκτός του Κοινοβουλίου. Κυρίως εκτός.
Γιατί εντός ξέρει να μας αντιμετωπίζει. Άλλωστε, δεν μας φοβάται πλέον καθόλου. Αντίθετα, εκμεταλλεύεται έξοχα τα άλλοθι που πρόθυμα του προσφέρουμε για να εμφανίζεται στο έπακρο δημοκρατικός.  Όμως, δεν είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς τι έχει να γίνει αν τυχόν κάποιο ΚΚ γίνει κάποτε κόμμα εξουσίας, και ξεφύγει από τη σημερινή μόνιμη αντιπολιτευτική του μιζέρια. Πράγμα που, βέβαια, δεν προβλέπεται για τα προσεχή πεντακόσια χρόνια.
Και μέχρι τότε; Απλούστατα μέχρι τότε θα παρηγοριόμαστε με οργανώ-σεις σαν τη 17 Νοέμβρη, ίσα ίσα για να διατηρούμε το ηθικό μας!  Αλλά τι να το κάνεις το ηθικό αφού δεν θα μπορέσουμε να το αξιοποιή-σουμε όταν και αν μας δοθεί η ευκαιρία; άστα, βράστα! Άλλωστε, τέτοιου είδους ευκαιρίες εμφανίζονται εξαιρετικά σπάνια. Ξαναβράστα, λοιπόν!  Και πληροφορήσου. Για τους νόμους κίνησης αλλά και τους λόγους στα-σιμότητας του ιστορικού γίγνεσθαι.
Συνάγεται όθεν εκ των ανωτέρω ότι το ρεβιζιονισμό, εδώ στη Δύση, τον επιβάλλουν σήμερα τα πράγματα. Αλλά και στην Ανατολή τον επιβάλλουν επίσης τα πράγματα. Έστι δε ρεβιζιονισμός η αναθεώρηση της μαρξιστι-κής-λενινιστικής θεωρίας και η προσαρμογή της στις καινούριες συνθή-κες.
Το αντίθετο του ρεβιζιονισμού είναι ο δογματισμός, τουτέστιν η φανα-τική προσήλωση στο "καθαρό" μαρξιστικό δόγμα. Συνέπεια του δογματι-σμού είναι ο σεκταρισμός, δηλαδή ο απομονωτισμός, η έλλειψη ικανότη-κίς να κάνει κανείς τους αναγκαίους μόνο συμβιβασμούς και να υποχωρεί προσωρινά, όταν χρειάζεται. Γιατί αλλιώς, μπορεί να καταλήξουμε στον τυχοδιωκτισμό με την κομουνιστική έννοια, δηλαδή σε μια βιαστική δρά-ση με κάθε τρόπο, όταν οι συνθήκες καθιστούν σχεδόν βέβαιη την απο-τυχία.
Το αντίθετο του τυχοδιωκτισμού είναι ο οπορτουνισμός, δηλαδή ο και-ροσκοπισμός, δηλαδή το "άσ' τα και βλέπουμε".
Μ' άλλα λόγια πρέπει να είναι κανείς φακίρης για να μην πονάει όταν κάθεται πάνω σ ' όλα αυτά τα καρφιά. Κι εδώ που τα λέμε, ο Γκορμπατσόφ είναι και ολίγον φακίρης! Θα πετύχει; Μακάρι. Όμως, αν πετύχει, θα πετύχει πολύ δύσκολα.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ.

Τετάρτη 31 Ιουλίου 2013

ΒΙΑΙΟΛΟΓΙΑ

Βιαιολοαγία
ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ:  31/05/1998 00:00
Πλωρίτης Μάριος

ΩΡΕΣ-ΩΡΕΣ, ακόμα και τα αυτονόητα, όχι μόνο δεν κατανοούνται, αλλά και παρεξηγούνται, σκόπιμα ή όχι. Ετσι και το άρθρο «Βία και καλοσύνη» στον Μπρεχτ (10.5): ούτε λίγο, ούτε πολύ, μερικοί φαντάστηκαν πως ο Μπρεχτ (και ο υπογράφων) είναι (είμαστε) κήρυκες της βίας κάθε είδους! Και αγανάκτησαν εναντίον αμφοτέρων...

Πιστεύω πως το άρθρο εκείνο ήταν ξεκάθαρο, πως εξηγούσε σαφέστατα πότε ο Μπρεχτ θεωρεί τη βία αναπόφευκτη, «ανωτέρα βία». Πιστεύω πως οι αναγνώστες αυτής της στήλης δεν περιμένουν το σωτήριο έτος 1998, για να μάθουν πόσο εχθρεύομαι τη βία και τα καθεστώτα που εδράζονται σ' αυτήν και αρδεύονται απ' αυτήν. Φαίνεται, όμως, πως πρέπει να διασαφήσουμε, ακόμα περισσότερο, ακόμα και τα εξόφθαλμα. Ισως, μάλιστα, αυτή η διασάφηση να μην είναι άχρηστη τώρα, όπου «η βία αποτελεί τη ρητορική της εποχής μας» (όπως έγραφε πριν 70 κιόλας χρόνια, ο Ορτέγκα υ Γκασσέτ1) και παγκυριαρχεί σ' όλους τους τομείς και σ' όλα τα κλιμάκια.

ΑΥΤΟΝΟΗΤΟ ΠΡΩΤΟ: Δεν υπάρχει, σίγουρα, άνθρωπος άξιος αυτού του «τίτλου», που να μην αποστρέφεται τη βία, την καταπίεση, την τυραννία ­ υλική, πνευματική, κοινωνική, οικονομική.

Βουβό όργανο του αυταρχικού Δία, την παρουσιάζει ο Αισχύλος, αρχή-αρχή στον Προμηθέα δεσμώτη. Αντίθετα, λαλίστατος κράχτης του αρχι-θεού είναι ο σύντροφός της, Κράτος ­ που, τότε, σήμαινε «δύναμη», αλλά, διόλου τυχαία, πήρε την έννοια της κυβερνητικής εξουσίας, που συχνότατα ασκεί βία... βία «νόμιμη», επειδή εκείνο την χαρακτηρίζει έτσι. Αυτό, καυχιόταν ο Σόλων πως είχε πετύχει με τους νόμους του ­ αλλά «ενώνοντας με δύναμη τη βία και το δίκιο» («Ταύτα μεν κράτει, ομού βίην τε και δίκην συναρμόσας, έρεξα»: οι σολώνειες και αισχύλειες λέξεις είναι ακριβώς οι ίδιες ­ με την καίρια προσθήκη του δίκιου). Το «εγκρίνει», άλλωστε, και ο Πλάτων, λέγοντας πως πρέπει «να χρησιμοποιούμε στη νομοθεσία δύο πράγματα: την πειθώ και τη βία» («Δυοίν χρήσθαι προς τας νομοθεσίας, πειθοί και βία»2).

Αυτή η πειθώ με τον λόγο ήταν (είναι) και το θεμέλιο του κοινωνικού ήθους και της δημοκρατίας "(«Πείσας λάβε, μη βιασάμενος», έλεγε ο γέρο-Βίας: «πάρε με την πειθώ, όχι με τη βία»). Και τόσο, που ακόμα και ναό της είχαν στήσει οι Αθηναίοι στην πόλη τους. Ενώ τη βία την λογάριαζαν «αντίθετη με τη φύση» («Παρά φύσιν η βία», θα πει ο Αριστοτέλης3.

«Αμυαλοι» είναι όσοι προσφεύγουν στη βία4, ­ άμυαλοι, ακόμα και πρακτικά, επειδή «η βία είναι ανήμπορη, εκεί όπου χρειάζεται επιδεξιότητα» («Ενθα γαρ σοφίης δει, βίης έργον ουδέν»5). Ανήμπορη, τόσο απέναντι στη δύναμη της «σοφίας» όσο και απέναντι στη δύναμη της αλήθειας: «Ολες οι προσπάθειες της βίας δεν μπορούν ν' αποδυναμώσουν την αλήθεια ­ δεν χρησιμεύουν παρά για να την υψώσουν ακόμα πιο πολύ», θα πει, αιώνες αργότερα, ο Πασκάλ6.

Μα κι αν επιβληθείς με τη βία, η επιβολή σου είναι όχι μόνο μισητή αλλά και μισή, και «πρόσκαιρη»: «Δεν κυβερνιέται ένας υποταγμένος με τη βία λαός, που πρέπει να τον κατακτάς αδιάκοπα», κατά την ονομαστή αποστροφή του Edmund Burke7.

Και βέβαια, ανήμπορη ολότελα απομένει η βία μπρος στο πνεύμα που θέλει να είναι και να μείνει ελεύθερο, και που καμιά βία δεν μπορεί να το υποτάξει: «Κανείς δεν μπορεί να μ' εμποδίσει, κανείς δεν μπορεί να μ' εξαναγκάσει να τη χρησιμοποιήσω (τη σκέψη μου) διαφορετικά και όχι όπως εγώ θέλω» («Ουδείς εμποδίσαι δύναται, ουδείς βιάσασθαι άλλως χρήσασθαι ή ως θέλω»), κατά τον ωραίο λόγο του Επίκτητου8.

Μ' ένα λόγο: αποτρόπαιη, εγκληματική, βδελυρή (αλλά και άλογη και μάταιη) είναι η βία που ασκούν άτομα ή ομάδες ή κράτη πάνω σε άλλα άτομα, ομάδες, λαούς... βία, υπαγορευμένη από την ιδιοτέλεια, το συμφέρον, την libido dominandi (τον φροϋδικό πόθο κυριαρχίας), το πάθος της κατάκτησης, τη σωβινιστική υστερία. Και βέβαια, τυλιγμένη πάντα με το ιερό ντύμα του πατριωτικού συμφέροντος, της «έκτακτης ανάγκης για τάξη», του «κοινωνικώς ορθού» και άλλων παρόμοιων φληναφημάτων...

ΑΥΤΟΝΟΗΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ: Η αντίσταση σ' αυτή τη βία αποτελεί δικαίωμα και χρέος ­ η αντίσταση ακόμα και με τη βία, όταν δεν υπάρχει άλλο μέσο άμυνας, όταν μονάχα η «κάτωθεν» βία μπορεί ν' αντιπαλαίσει με την «άνωθεν». Σ' αυτό το δικαίωμα-χρέος στηρίχθηκαν όλες οι εξεγέρσεις, επαναστάσεις, απελευθερώσεις από καθεστώτα και κυριάρχους, που πίστευαν (και πιστεύουν) πως «το μόνο μέσο για να κερδίσεις εύκολη νίκη επάνω στη λογική είναι η τρομοκρατία και η βία», όπως απερίφραστα ρέκαζε ο Χίτλερ9.

Και, φυσικά, δε μιλάμε μόνο για την (αυτονόητη, πάλι) προάσπιση της πατρικής γης ενάντια σε ξένες επιβουλές. Αλλά για την αντίσταση σε εσωτερικούς δυνάστες. Οι «ανθρωπιστές και ευαίσθητοι» που δυσφόρησαν για το άρθρο εκείνο, θεωρούν τάχα πως φέρθηκαν «απάνθρωπα» οι λαοί του κόσμου όλου, που ξεσηκώθηκαν βίαια κατά των τυράννων τους; Ή ­ για να έρθουμε στο «χωραφάκι» μας ­ οι ραγιάδες που πήραν τα όπλα και «άσκησαν βία» κατά των Τούρκων κυριάρχων, πριν 180 χρόνια; Ή όσοι αντιστάθηκαν ­ με τη βία, βέβαια ­ στους Γερμανοϊταλούς κατακτητές ή/και στους τεταρταυγουστιανούς και απριλιανούς δικτάτορες;

Οσο μπορώ να μαντέψω απ' τα γράμματά τους, οι επικριτές δεν είχαν την τύχη να γνωρίσουν εκείνες τις αλλοτινές «χαρές», δεν αντιμετώπισαν τέτοια προβλήματα και «διλήμματα», γεννήθηκαν κι έζησαν μετά τις κατοχές και δικτατορίες, μέσα σε (σχετική) ειρήνη και «αφθονία». Αν ζούσαν, όμως, τότε, θα προτιμούσαν την υποδούλωση, την πείνα, τις φυλακές, τα βασανιστήρια, τον θάνατο, για να μην καταφύγουν στην «απάνθρωπη» βία;

Τιμούμε τα 200 χρόνια απ' τον θάνατο ­ την εκτέλεση ­ του Ρήγα ­ ξεχνάμε, όμως, το τελευταίο άρθρο (το 35) της Επαναστατικής Προκήρυξής του;

«Οταν η Διοίκησις βιάζη, αθετή, καταφρονή τα δίκαια του λαού και δεν εισακούη τα παράπονά του, το να κάμη τότε ο λαός ή κάθε μέρος του λαού επανάστασιν, να αρπάζη τα άρματα και να τιμωρήση τους τυράννους του, είναι το πλέον ιερόν από όλα τα δίκαιά του και το πλέον απαραίτητο από όλα τα χρέη του».

Κι αυτό δεν επιτάζει το ακροτελεύτιο άρθρο του Συντάγματός μας; (Οι Ελληνες) «δικαιούνται και υποχρεούνται σε αντίσταση με κάθε μέσον εναντίον οποιουδήποτε επιχειρεί να το καταλύσει» (το Σύνταγμα);

Και βέβαια, ήταν «απάνθρωποι» ο συνεορταζόμενος Σολωμός, ο Κάλβος τόσοι και τόσοι άλλοι που, σ' αυτή τη «λύρα», τόνισαν την εθνεγερτική ποίησή τους...

Κι όσοι μιλάνε για «χριστιανική ανοχή, αγάπη» κλπ., γιατί δεν θυμούνται πως ακόμα και ο Ιησούς άρπαξε το φραγγέλιο κι έδιωξε βίαια τους εμπόρους απ' τον Ναό του Σολομώντα... γιατί αποσιωπούν πως είπε «ουκ ήλθον βαλείν ειρήνην, αλλά μάχαιραν» και «πυρ ήλθον βαλείν»10;

Αλλά και ο κήρυκας της μη-βίας Μαχάτμα Γκάντι θα τους έλεγε: «Είναι καλύτερα να είσαι βίαιος, όταν υπάρχει βία στην καρδιά σου, παρά να φοράς τον μανδύα της μη-βίας για να κρύψεις την ανικανότητά σου»11. Και τι πιο δίκαιο «μίσος της καρδιάς» υπάρχει απ' το μίσος για τους κατά συρροήν και κατ' εξακολούθησιν βιαστές λαών ολόκληρων;

ΑΥΤΟΝΟΗΤΟ ΤΡΙΤΟ: Δεν είναι λιγότερο ειδεχθής η τυφλή βία, η βία για τη βία, η λεγόμενη τρομοκρατική βία εναντίον «ενόχων» και αθώων. Εδεχθής, αλλά και (θα το ξαναπούμε) απρόσφορη και αναποτελεσματική: Οχι μόνο δεν προκαλεί τη «λαϊκή εξέγερση» κατά των καταπιεστών και εκμεταλλευτών ­ όπως ελπίζουν οι δράστες ­ αλλά, αντίθετα, τους κάνει «συμπαθή θύματα» και «δικαιώνει» στην κοινή συνείδηση την ένταση και τη σκλήρυνση της καταπίεσης...

ΑΥΤΟΝΟΗΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ, με τα λόγια του αγαπημένου Albert Camus:

«... Η απόλυτη μη-βία υποστηρίζει αρνητικά τη δουλεία και τη βιαιότητά της· η συστηματική βία καταστρέφει θετικά τη ζωντανή κοινότητα και την ύπαρξη που μας δίνει... Η αυθεντική επαναστατική δράση δεν θα δεχθεί να εξοπλιστεί παρά μόνο για τους θεσμούς που περιορίζουν τη βία κι όχι για εκείνους που την κωδικοποιούν... Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα; Αυτό είναι πιθανό. Ποιος θα δικαιώσει όμως το σκοπό; Σ' αυτή την ερώτηση, που αφήνει ξεκρέμαστη η ιστορική σκέψη, η εξέγερση απαντά: τα μέσα»12...

1. Η επανάσταση των μαζών (1930), 11. - 2. Νόμοι, Δ, 722Β. - 3. Ρητορική, Α, 11, 1370Α,9. - 4. Ξενοφών, Απομνημομεύματα, Α,2,10. - 5. Ηρόδοτος, Γ, 217. - 6. Provinciales, 12o Βιβλίο. - 7. Λόγος του για τις Αποικίες της Αμερικής, 22.3.1775. - 8. Διατριβαί, Γ, κγ', 69. Μετάφρ. Ι. Χριστοδούλου, Ζήτρος, Θεσ/νίκη, 1997. Μια σημαντική έκδοση, που ­ για πρώτη φορά, εδώ ­ συγκεντρώνει όλα τα σωζόμενα του μεγάλου στωικού, τις Διατριβές και το Εγχειρίδιον. - 9. Ο Αγών μου, Α, 2. - 10. Ματθαίου, ΙΑ, 34-36. Λουκά, ΙΒ,49. - 11. Μη-βία σε ειρήνη και πόλεμο (1948), 1.2.40. - 12. Ο επαναστατημένος άνθρωπος. V. Η σκέψη του μεσημεριού. Εξέγερση και φόνος. Ο ιστορικός φόνος (1951). Μεταφρ. Τζ. Τσακίρη, Μπουκουμάνης, 1971.

Υ.Γ. (διόλου άσχετο): Δεν θ' απόρησε, βέβαια, ο καθηγητής κ. Γ. Μπαμπινιώτης για την λογοκριτική επίθεση εναντίον του λαμπρού Λεξικού του, επειδή ένα λήμμα του θεωρήθηκε «υβριστικό για το εθνικό αίσθημα των Μακεδόνων». Παμπάλαιη είναι η μέθοδος να λιθοβολούνται όχι οι δράστες αδικημάτων, εξυβρίσεων κλπ., αλλά εκείνοι που τις καταγράφουν ­ επιστημονικά, πολιτικά, δημοσιολογικά ­ και τις στηλιτεύουν. Είναι, κι αυτή, μια άλλη βία, που πάρα πολύ βολεύει (και «δοξάζει») τους υπερπατριώτες, τους φαρισαίους, και τους κάπηλους...



Βιαιολογία - γνώμες - Το Βήμα Online

MΕΤΑΛΛΑΞΕΙΣ



Μεταλλάξεις

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΑΝΙΚΑΣ | Σάββατο 19 Ιουνίου 2010
         Oι τιμές των προϊόντων καλπάζουν προς τον ουρανό. Το κόστος εργασίας,
κουρελόχαρτο μισό. Το πράγμα ανώτερο από τον κόπο τον ανθρώπινο και καθημερινό.
Πράγμα τα πατατάκια. Παλιόπραγμα το εργατικό δυναμικό. Τον μήνα 500 ευρώ. Δηλαδή
15 ημερησίως. Δηλαδή λιγότερο από τέσσερα πακέτα και 80 τσιγάρα. Οσο τρεις
εσπρέσο Κολωνακίου. Δηλαδή μισό πούρο Cohiba. Να με φουμάρει ένα χοντρό,
γλοιώδες παράσιτο των βορείων προαστίων. Να γίνω στάχτη έπειτα από ένα
λουκούλλειο φαγοπότι μεσημεριανό. Αντε χάσου από εδώ. Εγώ κατασκευάζω το πράγμα
που το μοσχοπουλάει και αποταμιεύει έναν σκασμό λεφτά το αφεντικό. Χωρίς εμένα,
ένα μεγάλο τίποτα αυτός. Εγώ η παραγωγή. Εγώ η υπηρεσία. Εγώ η βιοτεχνία. Εγώ το
εμπόριο. Εγώ η μικρή και μεγάλη οικονομία. Εγώ η ελληνική κοινωνία. Αφού
σκουπίδι εγώ, το ίδιο και η εργασία. Αφού ευτέλεια ο κόπος, ο μόχθος και η
δημιουργία, το ίδιο και η εργαζόμενη πλειοψηφία. Αρα, πτυελοδοχείο η νεολαία που
ψάχνει μια θέση στην κοινωνία. Αρα, το σύστημα επιβραβεύει μια κολοσσιαία
αδικία. Γιατί οι μεσάζοντες, οι φαρμακευτικές, οι πολιτικοί, οι μεγαλοκαρχαρίες
σε μόνιμη ασυλία, όπως χθες. Γιατί από το δικό μου το ξεζούμισμα θα κερδίσουν
και πάλι οι φίρμες οι γνωστές. Με κλέβουν. Με γδέρνουν. Με διασύρουν. Με
ταπεινώνουν. Με χλευάζουν. Με καταστρέφουν. Τα όνειρά μου διακορεύουν. Τη ζωή
μου καταληστεύουν. Το μέλλον μου σκοτώνουν και διαρκώς με κοροϊδεύουν. Μα πώς
μπορούν; Από εμένα, το τίποτα, την κουρελού, τη μύξα, να απαιτούν καρτερικότητα,
νομιμότητα, αντοχή και τιμιότητα; Εγώ να υποφέρω, να τους βλέπω, να σκύβω, να
υποτάσσομαι και να το βουλώνω χωρίς να εξεγερθώ; Νόμιμο το μεγιστοτεράστιο το
έγκλημα το κρατικό. Παράνομο και ασήμαντο αυτό που θα διαπράξω εγώ. Θεούλη μου,
δεν αντέχω άλλο. Θα αυτοκτονήσω. Θα φύγω. Θα ξενιτευτώ. Θα κλέψω. Θα εξαπατήσω.
Θα εκπορνευτώ. Αφού καμία ηθική, τότε τρομοκράτης, πόρνος, κλέφτης, βαποράκι,
μικροεγκληματίας κι εγώ. Ετσι με κάνουν, σε αυτό θα μεταλλαχθώ!

Κυριακή 28 Ιουλίου 2013

Nikosek  plays a wide assortment of electronic music genres not limited to: ambient, IDM, downtempo, breakbeat, dub, glitch, minimal techno, psychedelic chill, and many other not-so-easily categorized sounds.  Nikosek plays listening music and not dance music with established as well as undiscovered artists and labels.